αστεφάνωτος


αστεφάνωτος
[астэфанотос] επ. необвенчанный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αστεφάνωτος" в других словарях:

  • ἀστεφάνωτος — uncrowned masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αστεφάνωτος — η, ο (AM ἀστεφάνωτος, ον) αυτός που δεν έχει στεφανωθεί, που δεν έχει φορέσει το στεφάνι του γάμου μσν. νεοελλ. όποιος δεν έχει στεφανωθεί στην εκκλησία και συζεί παράνομα νεοελλ. αυτός στον οποίο δεν έχει προσφερθεί τιμητικό στεφάνι αρχ. εκείνος …   Dictionary of Greek

  • αστεφάνωτος — η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν του κατάθεσαν (σε κάποια τελετή) στεφάνι: Ο ανδριάντας του αγωνιστή αυτού έμεινε αστεφάνωτος. 2. αυτός που δεν παντρεύτηκε νόμιμα: Ζουν ακόμη αστεφάνωτοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀστεφάνωτον — ἀστεφάνωτος uncrowned masc/fem acc sg ἀστεφάνωτος uncrowned neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεφανώτοις — ἀστεφάνωτος uncrowned masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεφανώτοισι — ἀστεφάνωτος uncrowned masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεφανώτους — ἀστεφάνωτος uncrowned masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀστεφάνωτοι — ἀστεφάνωτος uncrowned masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԱՆՊՍԱԿ — ( ) NBH 1 0231 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 9c ա.մ. ἁστεφάνωτος coronae expers Առանց պսակելոյ կամ պսակեալ գոլոյ. անվարձ. *Զհանապազորդ սովամահսն վասն նորա անպսա՞կ թողուցու. Ոսկ. մ. ՟Ա. 13: *Մի՛ գուցէ գնասցեն անպսակք.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)